ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Home / ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

Όπως σε όλες τις παθήσεις, έτσι και στις ρευματικές ο βαθμός της σοβαρότητας της πάθησης εξαρτάται από πολλές παραμέτρους όπως το φύλλο, την ηλικία, το ιστορικού του ασθενούς, το είδος και το στάδιο εκδήλωσης της ασθένειας καθώς και πολλά άλλα κριτήρια. Ο ασθενής ενημερώνεται για την βαρύτητα της νόσου και δίνονται οδηγίες για τις απαραίτητες ενέργειες για την αντιμετώπισή της. Στόχος είναι πάντα να αντιμετωπίζεται μία πάθηση το συντομότερο δυνατό ώστε να προλαμβάνονται χειρότερες επιπτώσεις. Συνεπώς, ο ασθενής ενημερώνεται πλήρως για την κατάστασή του χωρίς να υπάρχει η πρόθεση ώστε να τρομοκρατηθεί.

Με τον τακτικό κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο, ελέγχουμε και αποφεύγουμε τις παρενέργειες . Αν τυχόν υπάρξουν, τροποποιούμε ή αλλάζουμε την φαρμακευτική αγωγή και ο ασθενής παραμένει ασφαλής. Φυσικά, οι παρενέργειες μεταβάλλονται ανάλογα με το είδος και τον τύπο του φαρμάκου αλλά επιλέγεται πάντοτε αυτό που μεγιστοποιεί την αποτελεσμάτικότητα της θεραπείας αλλά που ταυτόχρονα έχει και τις ελάχιστες πιθανές παρενέργειες.

Αυτό εξαρτάται από την πάθηση. Συνήθως στις ρευματικές παθήσεις η φαρμακευτική αγωγή λαμβάνεται μακροχρόνια.

Αυτό εξαρτάται απο την κλινική εικόνα και το είδος της εργασίας. Υπάρχουν περιπτώσεις που με τις κατάλληλες οδηγίες ο ασθενής μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται και να λειτουργεί φυσιολογικά. Αυτό πρέπει βέβαια να γίνεται εντός των επιτρεπτών ορίων που συνιστά ο ιατρός.

Συνιστάται αποφυγή έντονου ψυχικού και σωματικού stress το οποίο συνήθως μπορεί να προκαλέσει έξαρση της νόσου.

Η θεραπεία περιλαμβάνει φάρμακα που έχουν σαν στόχο την άμεση ανακούφιση του ασθενούς από τα συμπτώματα και φάρμακα που έχουν σαν στόχο να τροποποιήσουν την πορεία της νόσου σε εύλογο χρονικό διάστημα που κυμαίνεται συνήθως από 1 – 3 μήνες.

Σε περίπτωση ύπαρξης ρευματοπάθειας, συνιστάται υγιεινή διατροφή και αποφυγή λήψης αλκοόλ.

Εξαρτάται απο την ένταση των συμπτωμάτων. Προτείνεται συνήθως ήπια φυσική άσκηση όταν ο ασθενής το επιθυμεί και χωρίς έντονη καταπόνιση του οργανισμού.

Υπάρχουν παθήσεις που συσχετίζονται με κληρονομικότητα και άλλες όχι. Η εμφάνιση μιας κληρονομικής ρευματοπάθειας σε ένα παιδί είναι σπανιότερη και συνήθως μπορεί να εκδηλωθεί σε μεγαλύτερες ηλικίες χωρίς αυτό φυσικά να είναι βέβαιο.

Πρέπει να γίνεται προγραμματισμός της σύλληψης, ώστε να γίνεται εγκαίρως διακοπή ή τροποποίηση της φαρμακευτικής αγωγής. Έτσι αποφεύγονται επιπτώσεις στη μητέρα και το έμβρυο.

Για τις περισσότερες παθήσεις υπάρχουν συνήθως διαφορετικές θεραπείες. Με βάση τις κλινικές μελέτες που γίνονται σε διεθνές επίπεδο, αξιολογούνται συνεχώς ως προς την αποτελεσματικότητά τους και τυχόν παρενέργειες και επιλέγονται προς εφαρμογή οι καλύτερες δυνατές. Από την άλλη πλευρά, ο ιατρός λαμβάνει υπόψη του το ιστορικό και την τρέχουσα κλινική εικόνα του ασθενούς και προτείνει τις καταλληλότερες για εκείνον. Ο ασθενής ενημερώνεται από τον ιατρό για τις διαθέσιμες εναλλακτικές επιλογές και αποφασίζουν μαζί για την θεραπεία.

Σε περίπτωση που ο ασθενής δεν καλύφθηκε από την συνεργασία και την επικοινωνία με τον ιατρό που ήρθε σε πρώτη επαφή και αισθάνεται ανασφάλεια ή η θεραπεία που έλαβε δεν τον ικανοποίησε, μπορεί να πάρει και μια δεύτερη γνώμη.